Πρόληψη

Έλεγχος για Ιογενείς Ηπατίτιδες

Η γαστροσκόπηση είναι μια ενδοσκοπική εξέταση που επιτρέπει την άμεση επισκόπηση του οισοφάγου, του στομάχου και του δωδεκαδακτύλου.

Οι ιογενείς ηπατίτιδες αποτελούν μία από τις συχνότερες αιτίες χρόνιας ηπατικής νόσου παγκοσμίως. Επειδή η λοίμωξη από τους ιούς της ηπατίτιδας Β και C μπορεί να παραμένει ασυμπτωματική για πολλά χρόνια, ο προληπτικός έλεγχος είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την έγκαιρη διάγνωση και την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών, όπως η κίρρωση και ο καρκίνος του ήπατος. Σήμερα, με τις διαθέσιμες θεραπείες, η ηπατίτιδα C μπορεί να ιαθεί πλήρως στους περισσότερους ασθενείς, ενώ η ηπατίτιδα Β μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά με σύγχρονη αντιική αγωγή.

Ποιοι πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο;

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της EASL, της AASLD και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO), έλεγχος για ιογενείς ηπατίτιδες συνιστάται σε:

  • όλους τους ενήλικες τουλάχιστον μία φορά στη ζωή τους για την ηπατίτιδα C,
  • άτομα που γεννήθηκαν ή έζησαν σε χώρες με αυξημένη συχνότητα ηπατίτιδας Β ή C,
  • άτομα με οικογενειακό ιστορικό χρόνιας ηπατίτιδας Β,
  • επαγγελματίες υγείας και άτομα με συχνή έκθεση σε αίμα ή βιολογικά υγρά,
  • χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών,
  • άτομα που έχουν λάβει μεταγγίσεις αίματος ή μεταμοσχεύσεις πριν από την καθιέρωση του συστηματικού ελέγχου του αίματος,
  • ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση,
  • άτομα με ανεξήγητη αύξηση των ηπατικών ενζύμων,
  • ασθενείς πριν από την έναρξη ανοσοκατασταλτικής ή βιολογικής θεραπείας,
  • εγκύους, στο πλαίσιο του προγεννητικού ελέγχου.

Πώς γίνεται ο έλεγχος;

Ο έλεγχος πραγματοποιείται με απλή αιμοληψία. Οι βασικές εξετάσεις περιλαμβάνουν:

  • HBsAg για τον έλεγχο ενεργού λοίμωξης από τον ιό της ηπατίτιδας Β.
  • Anti-HBc και Anti-HBs, όταν απαιτείται πλήρης εκτίμηση προηγούμενης λοίμωξης ή ανοσίας έναντι της ηπατίτιδας Β.
  • Anti-HCV για τον αρχικό έλεγχο της ηπατίτιδας C. Εάν το αποτέλεσμα είναι θετικό, ακολουθεί μοριακός έλεγχος (HCV RNA) για να διαπιστωθεί αν υπάρχει ενεργός λοίμωξη.
  • Όταν υπάρχει κλινική υποψία οξείας ηπατίτιδας, μπορεί να ζητηθούν επιπλέον εξετάσεις για ηπατίτιδα Α και Ε.

Σε περίπτωση θετικών ευρημάτων, η διερεύνηση συμπληρώνεται με εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας, ποσοτικό προσδιορισμό του ιικού φορτίου και μη επεμβατική εκτίμηση της ηπατικής ίνωσης, όπως η ελαστογραφία ήπατος (FibroScan®).

Η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει την έναρξη της κατάλληλης θεραπείας πριν εμφανιστούν μόνιμες βλάβες στο ήπαρ. Παράλληλα, συμβάλλει στην πρόληψη της μετάδοσης της λοίμωξης σε άλλα άτομα και επιτρέπει την εφαρμογή μέτρων προστασίας, όπως ο εμβολιασμός των στενών επαφών έναντι της ηπατίτιδας Β. Σήμερα, χάρη στις σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές, οι περισσότερες περιπτώσεις χρόνιας ιογενούς ηπατίτιδας μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, βελτιώνοντας σημαντικά τη μακροχρόνια πρόγνωση των ασθενών.

Βιβλιογραφία

  1. European Association for the Study of the Liver (EASL). EASL Clinical Practice Guidelines on the management of hepatitis B virus infection. Journal of Hepatology. 2024.
  2. European Association for the Study of the Liver (EASL). EASL Recommendations on Treatment of Hepatitis C. Journal of Hepatology. 2024.
  3. Terrault NA, et al. AASLD Practice Guidance on Prevention, Diagnosis, and Treatment of Chronic Hepatitis B. Hepatology. 2023.
  4. AASLD-IDSA. HCV Guidance: Recommendations for Testing, Managing, and Treating Hepatitis C. Updated 2024.
  5. World Health Organization. Updated recommendations on hepatitis B and C testing. WHO; 2024.