ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΙΑ · ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου

Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (ΣΕΕ) είναι μία από τις συχνότερες λειτουργικές διαταραχές του πεπτικού συστήματος.

Τι είναι και πώς αντιμετωπίζεται

Χρήσιμες πληροφορίες για τη διάγνωση, τα συμπτώματα και την αντιμετώπιση της πάθησης.

Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (ΣΕΕ) είναι μία από τις συχνότερες λειτουργικές διαταραχές του πεπτικού συστήματος. Παρότι δεν προκαλεί μόνιμες βλάβες στο έντερο ούτε αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ο υποτροπιάζων κοιλιακός πόνος, ο οποίος σχετίζεται με την κένωση ή συνοδεύεται από αλλαγές στη συχνότητα ή τη μορφή των κενώσεων. Ανάλογα με τα κυρίαρχα συμπτώματα, το σύνδρομο διακρίνεται σε μορφή με δυσκοιλιότητα, με διάρροια, μικτού τύπου ή χωρίς σαφή επικράτηση κάποιου προτύπου. Συχνά συνυπάρχουν φούσκωμα, μετεωρισμός και αίσθημα ατελούς κένωσης.

Η ακριβής αιτία του συνδρόμου δεν είναι πλήρως γνωστή. Σύμφωνα με τις σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις, πρόκειται για μια πολυπαραγοντική διαταραχή, στην οποία συμμετέχουν μεταβολές στην κινητικότητα του εντέρου, αυξημένη ευαισθησία του εντερικού νευρικού συστήματος, διαταραχές στην επικοινωνία μεταξύ εγκεφάλου και εντέρου, αλλαγές στη σύσταση του εντερικού μικροβιώματος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, προηγούμενες γαστρεντερικές λοιμώξεις.

Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στο αναλυτικό ιστορικό και στα χαρακτηριστικά συμπτώματα, σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά κριτήρια Rome IV. Όταν δεν υπάρχουν προειδοποιητικά σημεία, όπως απώλεια βάρους, αναιμία, αιμορραγία από το πεπτικό ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παχέος εντέρου ή φλεγμονωδών νοσημάτων του εντέρου, συνήθως δεν απαιτείται εκτεταμένος διαγνωστικός έλεγχος. Ωστόσο, ο γαστρεντερολόγος μπορεί να συστήσει αιματολογικές εξετάσεις, έλεγχο για κοιλιοκάκη, εξετάσεις κοπράνων ή κολονοσκόπηση, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.

Η θεραπεία εξατομικεύεται ανάλογα με τα συμπτώματα και τις ανάγκες κάθε ασθενούς. Η ενημέρωση και η κατανόηση της νόσου αποτελούν σημαντικό μέρος της αντιμετώπισης. Παράλληλα, μπορεί να συστηθούν αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες, όπως η μείωση τροφών που προκαλούν συμπτώματα ή, σε επιλεγμένους ασθενείς, η εφαρμογή δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε FODMAPs υπό την καθοδήγηση εξειδικευμένου διαιτολόγου. Ανάλογα με τον τύπο του συνδρόμου, χρησιμοποιούνται επίσης φάρμακα για τη δυσκοιλιότητα ή τη διάρροια, αντισπασμωδικά, διαλυτές φυτικές ίνες, καθώς και ειδικές φαρμακευτικές θεραπείες που στοχεύουν στον έλεγχο του κοιλιακού πόνου και της λειτουργίας του εντέρου.

Με τη σωστή διάγνωση, την εξατομικευμένη θεραπευτική προσέγγιση και τη στενή συνεργασία μεταξύ ασθενούς και γαστρεντερολόγου, οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να επιτύχουν σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων και να διατηρήσουν μια φυσιολογική και ενεργή καθημερινότητα.

Βιβλιογραφία

  1. Lacy BE, Pimentel M, Brenner DM, et al. ACG Clinical Guideline: Management of Irritable Bowel Syndrome. American Journal of Gastroenterology. 2021.
  2. Black CJ, Ford AC. Best Practice in the Diagnosis and Management of Irritable Bowel Syndrome. BMJ. 2024.
  3. Vasant DH, Paine PA, Black CJ, et al. British Society of Gastroenterology Guidelines on the Management of Irritable Bowel Syndrome. Gut. 2021.
  4. Drossman DA, Hasler WL. Rome IV – Functional Gastrointestinal Disorders: Disorders of Gut–Brain Interaction. Gastroenterology. 2016.
  5. Moayyedi P, Andrews CN, MacQueen G, et al. AGA Clinical Practice Update on the Management of Functional Gastrointestinal Symptoms. Gastroenterology. 2023.