ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΙΑ · ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Δυσανεξία στις Τροφές

Η δυσανεξία στις τροφές είναι μια συχνή κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός δυσκολεύεται να αφομοιώσει ή να μεταβολίσει συγκεκριμένα συστατικά των τροφίμων, προκαλώντας ενοχλήματα από το πεπτικό σύστημα.

Τι είναι και πώς αντιμετωπίζεται

Χρήσιμες πληροφορίες για τη διάγνωση, τα συμπτώματα και την αντιμετώπιση της πάθησης.

Η δυσανεξία στις τροφές είναι μια συχνή κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός δυσκολεύεται να αφομοιώσει ή να μεταβολίσει συγκεκριμένα συστατικά των τροφίμων, προκαλώντας ενοχλήματα από το πεπτικό σύστημα. Σε αντίθεση με την τροφική αλλεργία, η δυσανεξία δεν ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα και συνήθως δεν προκαλεί σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις.

Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν φούσκωμα, κοιλιακό πόνο, αυξημένα αέρια, διάρροια ή, λιγότερο συχνά, δυσκοιλιότητα. Τα ενοχλήματα εμφανίζονται συνήθως λίγες ώρες μετά την κατανάλωση της υπεύθυνης τροφής και η έντασή τους διαφέρει από άτομο σε άτομο.

Η πιο συχνή μορφή είναι η δυσανεξία στη λακτόζη, η οποία οφείλεται στη μειωμένη παραγωγή του ενζύμου λακτάση. Άλλες καταστάσεις που μπορεί να προκαλούν παρόμοια συμπτώματα είναι η δυσαπορρόφηση φρουκτόζης, η ευαισθησία σε ορισμένους ζυμώσιμους υδατάνθρακες (FODMAPs) και, σπανιότερα, άλλες διαταραχές της πέψης ή της απορρόφησης. Είναι σημαντικό να διαχωρίζεται η δυσανεξία από την κοιλιοκάκη και την τροφική αλλεργία, καθώς πρόκειται για διαφορετικές παθήσεις που απαιτούν διαφορετική αντιμετώπιση.

Η διερεύνηση ξεκινά με λεπτομερές ιατρικό ιστορικό και αξιολόγηση της σχέσης των συμπτωμάτων με συγκεκριμένες τροφές. Ανάλογα με την κλινική εικόνα, μπορεί να πραγματοποιηθούν δοκιμασίες αναπνοής για τη διάγνωση δυσανεξίας στη λακτόζη ή δυσαπορρόφησης φρουκτόζης, εργαστηριακός έλεγχος για κοιλιοκάκη και, όταν υπάρχουν ενδείξεις, ενδοσκοπικός έλεγχος για τον αποκλεισμό άλλων οργανικών παθήσεων.

Η θεραπεία βασίζεται κυρίως στην αναγνώριση και τον περιορισμό των τροφών που προκαλούν συμπτώματα, χωρίς να αποκλείονται αδικαιολόγητα ολόκληρες ομάδες τροφίμων. Σε αρκετές περιπτώσεις, η καθοδήγηση από γαστρεντερολόγο και εξειδικευμένο διαιτολόγο βοηθά στη διαμόρφωση ενός ισορροπημένου διαιτολογίου που ελέγχει τα συμπτώματα χωρίς να δημιουργεί διατροφικές ελλείψεις. Όταν συνυπάρχει σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, μπορεί να ωφελήσει, σε επιλεγμένους ασθενείς, η προσωρινή εφαρμογή δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε FODMAPs υπό επαγγελματική καθοδήγηση.

Η σωστή διάγνωση είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς πολλά συμπτώματα που αποδίδονται σε «δυσανεξία» μπορεί στην πραγματικότητα να οφείλονται σε άλλες παθήσεις του πεπτικού συστήματος. Η εξατομικευμένη αξιολόγηση επιτρέπει την αποτελεσματική αντιμετώπιση των ενοχλημάτων και συμβάλλει στη διατήρηση μιας υγιεινής και πλήρους διατροφής.

Βιβλιογραφία

  1. Lacy BE, Pimentel M, Brenner DM, et al. ACG Clinical Guideline: Management of Irritable Bowel Syndrome. American Journal of Gastroenterology. 2021.
  2. Moayyedi P, Andrews CN, MacQueen G, et al. AGA Clinical Practice Update on the Evaluation and Management of Functional Gastrointestinal Symptoms. Gastroenterology. 2023.
  3. Drossman DA, Hasler WL. Rome IV – Disorders of Gut–Brain Interaction. Gastroenterology. 2016.
  4. Misselwitz B, Butter M, Verbeke K, Fox MR. Update on lactose malabsorption and intolerance: pathogenesis, diagnosis and clinical management. Gut. 2019.
  5. Halmos EP, Gibson PR. Controversies and reality of the FODMAP diet for patients with irritable bowel syndrome. Journal of Gastroenterology and Hepatology. 2019.