Χρήσιμες πληροφορίες για τη διάγνωση, τα συμπτώματα και την αντιμετώπιση της πάθησης.
Οι ιογενείς ηπατίτιδες είναι λοιμώξεις που προκαλούν φλεγμονή του ήπατος και οφείλονται σε διαφορετικούς ιούς, με συχνότερους τους ιούς της ηπατίτιδας Α, Β και C. Η πορεία και η βαρύτητα της νόσου διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο του ιού, ενώ η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή αντιμετώπιση μπορούν να προλάβουν σοβαρές επιπλοκές και να προστατεύσουν τη λειτουργία του ήπατος.
Ηπατίτιδα Α
Η ηπατίτιδα Α μεταδίδεται κυρίως μέσω μολυσμένων τροφίμων ή νερού και δεν προκαλεί χρόνια λοίμωξη. Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν πλήρως χωρίς μόνιμη βλάβη του ήπατος.
Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν έντονη κόπωση, πυρετό, ναυτία, εμέτους, κοιλιακό άλγος, σκουρόχρωμα ούρα και ίκτερο, ενώ αρκετοί ασθενείς, ιδιαίτερα τα παιδιά, μπορεί να μην εμφανίσουν καθόλου συμπτώματα.
Η διάγνωση γίνεται με ειδικές αιματολογικές εξετάσεις και η θεραπεία είναι υποστηρικτική, με ανάπαυση, επαρκή ενυδάτωση και αποφυγή ουσιών που επιβαρύνουν το ήπαρ. Ο εμβολιασμός αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο πρόληψης.
Ηπατίτιδα Β
Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται μέσω αίματος και σωματικών υγρών, καθώς και από τη μητέρα στο νεογνό κατά τον τοκετό. Η λοίμωξη μπορεί να είναι οξεία ή να εξελιχθεί σε χρόνια, ιδιαίτερα όταν η μόλυνση συμβεί κατά τη βρεφική ηλικία.
Οι περισσότεροι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β δεν παρουσιάζουν συμπτώματα για πολλά χρόνια, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό τον προληπτικό έλεγχο σε άτομα υψηλού κινδύνου. Χωρίς κατάλληλη παρακολούθηση, η νόσος μπορεί να οδηγήσει σε προοδευτική ίνωση, κίρρωση και ηπατοκυτταρικό καρκίνο.
Η διάγνωση βασίζεται σε ειδικούς ορολογικούς και μοριακούς δείκτες, ενώ η εκτίμηση της βαρύτητας της νόσου περιλαμβάνει εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας και μη επεμβατική αξιολόγηση της ίνωσης, όπως η ελαστογραφία ήπατος (FibroScan®).
Η θεραπεία εξατομικεύεται και, όταν υπάρχει ένδειξη, περιλαμβάνει σύγχρονα αντιικά φάρμακα που καταστέλλουν αποτελεσματικά τον πολλαπλασιασμό του ιού, με ιώνοντας σημαντικά τον κίνδυνο κίρρωσης και καρκίνου του ήπατος. Η τακτική παρακολούθηση παραμένει απαραίτητη ακόμη και σε ασθενείς με καλά ελεγχόμενη νόσο.
Ηπατίτιδα C
Η ηπατίτιδα C μεταδίδεται κυρίως μέσω επαφής με μολυσμένο αίμα. Σήμερα, χάρη στις εξελίξεις της ιατρικής, αποτελεί μία από τις λίγες χρόνιες ιογενείς λοιμώξεις που μπορούν να θεραπευθούν πλήρως.
Η χρόνια λοίμωξη συνήθως εξελίσσεται χωρίς εμφανή συμπτώματα για πολλά χρόνια. Όταν η νόσος παραμένει αδιάγνωστη, μπορεί να οδηγήσει σε προοδευτική ηπατική ίνωση, κίρρωση και αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ηπατοκυτταρικού καρκίνου.
Η διάγνωση γίνεται με ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του ιού και επιβεβαιώνεται με μοριακή εξέταση για το HCV-RNA. Μετά τη διάγνωση, πραγματοποιείται εκτίμηση της ηπατικής βλάβης με αιματολογικές εξετάσεις και μη επεμβατικές μεθόδους αξιολόγησης της ίνωσης.
Οι σύγχρονες άμεσα δρώντες αντιιικοί παράγοντες (Direct-Acting Antivirals – DAAs) επιτυγχάνουν ίαση σε ποσοστό μεγαλύτερο από 95% των ασθενών, με σύντομη διάρκεια θεραπείας και εξαιρετικό προφίλ ασφάλειας. Η έγκαιρη θεραπεία προλαμβάνει τις περισσότερες μακροχρόνιες επιπλοκές της νόσου.
Πρόληψη και Παρακολούθηση
Η πρόληψη των ιογενών ηπατιτίδων βασίζεται στον εμβολιασμό έναντι της ηπατίτιδας Α και Β, στην ασφαλή χρήση προϊόντων αίματος και ιατρικού εξοπλισμού, καθώς και στην έγκαιρη διάγνωση των ατόμων που έχουν εκτεθεί σε παράγοντες κινδύνου. Η τακτική παρακολούθηση των ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα είναι απαραίτητη για την έγκαιρη ανίχνευση επιπλοκών και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.

Βιβλιογραφία